ἑνοειδής

ἑνο-ειδής, ές,
A single, simple,

φωνή Nicom.Harm.12

.
II resembling, having the form of unity, Plot.6.9.5, Jul.Or.4.139b, al., Procl.in Prm.p.540 S., etc.; opp. πληθοειδής, Dam.Pr.45: [comp] Comp., ib.38, Procl.Inst.62: [comp] Sup., Id.in R.1.177. Adv.

-δῶς Jul.Or.4.143b

, Nicom.Ar.1.6, Iamb.Myst. 1.3, Dam.Pr.237.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ενοειδής — ἑνοειδής, ές (AM) 1. ενιαίος, μονοειδής, μοναδικός, απλός 2. αυτός που μοιάζει με κάτι ενιαίο, μοναδικό, με τον θεό («ἑνοειδεῑς ἑνὶ θεῷ ὅμοιοι», Ησύχ.). επίρρ... ἑνοειδῶς μονοειδώς, μονομόρφως. [ΕΤΥΜΟΛ. < εις, ενός + ειδής < είδος] …   Dictionary of Greek

  • ἑνοειδής — single masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνοειδῆ — ἑνοειδής single neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἑνοειδής single masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἑνοειδής single masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνοειδέστερον — ἑνοειδής single adverbial comp ἑνοειδής single masc acc comp sg ἑνοειδής single neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνοειδεστάτων — ἑνοειδής single fem gen superl pl ἑνοειδής single masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνοειδεστέρως — ἑνοειδής single masc acc comp pl (doric) ἑνοειδής single comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνοειδεῖ — ἑνοειδής single masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἑνοειδής single masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνοειδεῖς — ἑνοειδής single masc/fem acc pl ἑνοειδής single masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνοειδές — ἑνοειδής single masc/fem voc sg ἑνοειδής single neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνοειδέστατα — ἑνοειδής single adverbial superl ἑνοειδής single neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑνοειδέστατον — ἑνοειδής single masc acc superl sg ἑνοειδής single neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.